Διαταραχες στη ροη της ομιλιας - Τραυλισμος

Πρόκειται για διαταραχή στη ροής και στο ρυθμό της ομιλίας η οποία εμφανίζεται συνήθως στην παιδική ηλικία του ατόμου και χαρακτηρίζεται από ασυντόνιστες κινήσεις του μυϊκού συστήματος της αναπνοής, της φώνησης και της άρθρωσης. Ο τραυλισμός διακρίνεται σε τρία είδη: ψυχογενής που εκδηλώνεται μετά από παρατεταμένη περίοδο έντονου άγχους ή ύστερα από κάποιο τραυματικό επεισόδιο, νευρογενής που οφείλεται σε νευρολογική ασθένεια ή βλάβη και εξελικτικός ο οποίος εμφανίζεται την περίοδο που το παιδί συνθέτει λέξεις και προτάσεις ώστε να εκφραστεί. Η ακριβής αιτιολογία ωστόσο του τραυλισμού δεν έχει καθοριστεί. Στα παιδιά σχολικής ηλικίας και στους ενήλικες εμφανίζεται με συχνότητα 1% του συνολικού πληθυσμού ενώ το ποσοστό των παιδιών προσχολικής ηλικίας που για κάποιο διάστημα της ζωής τους εμφάνισαν διαταραχή στη ροή της ομιλίας τους φτάνει το 5%. Έρευνες αποδεικνύουν ότι είναι 3 φορές συχνότερος σε οικογένειες με ανάλογο κληρονομικό ιστορικό (γενετική προδιάθεση) και 4 φορές συχνότερος στα αγόρια από ότι στα κορίτσια.

Τα πρώτα συμπτώματα τραυλισμού (δυσρυθμίες) εμφανίζονται συνήθως σε ηλικία 2-5 ετών και αποτελούν μια αναμενόμενη και παροδική περίοδο δυσχέρειας στη ροή ομιλίας κατά τη φυσιολογική ανάπτυξη και εξέλιξη της τελευταίας. Ωστόσο για κάποια παιδιά τα συμπτώματα αυτά αποτελούν ένδειξη επίμονου τραυλισμού. Στην πλειοψηφία των περιπτώσεων, πριν την εμφάνιση της δυσχέρειας στη ροή της ομιλίας προηγείται μία περίοδος καλής ομιλίας χωρίς επαναλήψεις και μπλοκαρίσματα. Η έναρξη μπορεί να είναι σταδιακή ή και αιφνίδια. Άλλες φορές σχετίζεται με κάποιο σημαντικό γεγονός στη ζωή του παιδιού και άλλες όχι.

Οι βασικές πρωτεύουσες συμπεριφορές του τραυλισμού είναι οι εξής:

  1. Επαναλήψεις ήχων/συλλαβών (πχ. κ-κ-κάτω, πη-πήγα)
  2. Επαναλήψεις μονοσύλλαβων λέξεων (πχ. και-και-και)
  3. Επαναλήψεις φράσεων
  4. Επιμηκύνσεις ήχων (πχ. μμμμμμένω)
  5. Μπλοκαρίσματα (πχ. π....άνω)
  6. Παρεμβολές ανάμεσα στις λέξεις (πχ. «εεεε»)
  7. Αναθεωρήσεις (πχ. «πήγα να κοι-κοι… να ξαπλώσω»)


Ο τραυλισμός σε ορισμένες περιπτώσεις συνοδεύεται από δευτερεύουσες συμπεριφορές:

  1. Διαφυγή- αντανακλαστικές συσπάσεις μυών προσώπου και σώματος (πχ. κλείσιμο ματιών, κούνημα κεφαλιού ή άκρων)
  2. Αποφυγή (χρήση άλλων λέξεων ή περιφράσεων ώστε να αποφύγει επερχόμενο επεισόδιο τραυλισμού)

Ως επακόλουθο της επίγνωσης των προαναφερόμενων συμπεριφορών που εμφανίζει το άτομο δημιουργούνται αρνητικά συναισθήματα όπως αποτυχία, αμηχανία, φόβος, απογοήτευση και χαμηλή αυτοεκτίμηση.

Σημαντική είναι πρώιμη αξιολόγηση και θεραπευτική παρέμβαση παιδιών με διαταραχή στη ροή της ομιλίας καθώς πολλοί είναι οι παράγοντες που επηρεάζουν την έκβαση του θεραπευτικού προγράμματος. Η λογοθεραπευτική αντιμετώπιση εξαρτάται και διαμορφώνεται ανάλογα με την ηλικία του ατόμου, τη σοβαρότητα και τη διάρκεια των συμπτωμάτων καθώς και τις επιπτώσεις που έχει επιφέρει στο άτομο.

Η λογοθεραπευτική αντιμετώπιση σε παιδιά περιλαμβάνει έμμεση παρέμβαση (μετατροπή σε περιβαλλοντικούς και οικογενειακούς παράγοντες) καθώς και άμεση (εκμάθηση στρατηγικών ελέγχου και διαχείρισης , για μεγαλύτερα παιδιά). Στα μικρά παιδιά, η πρώιμη παρέμβαση είναι απαραίτητη για τη διαφοροποίησή του από τη φυσιολογικής δυσρυθμία αλλά και των περιπτώσεων παιδιών με αυξημένο κίνδυνο τραυλισμού (Bloodstein, 1987). Η θεραπευτική αντιμετώπιση σε ενήλικες περιλαμβάνει τροποποίηση του τραυλισμού σε ελεγχόμενο και ευκολότερο τρόπο ομιλίας καθώς και έλεγχο των συναισθημάτων τους σχετικά με τον τραυλισμό με στόχο τη βελτίωση της επικοινωνίας και συναναστροφής τους με άλλα άτομα.