Ειδικη Γλωσσικη Διαταραχη (S.L.I.)

Πρόκειται για μια σημαντική διαταραχή της γλωσσικής ικανότητας στον προφορικό λόγο (κυρίως στον τομέα της μορφής και της σύνταξης). Απαραίτητη προϋπόθεση για τη διάγνωση είναι να μη συνοδεύεται από νοητική υστέρηση, εμφανή νευρολογική βλάβη ή διαταραχή ακοής. Πρέπει να τονιστεί ότι η ΕΓΔ υπάρχει από την γέννηση και δεν είναι αποτέλεσμα κάποιας ασθένειας ή κάποιου ψυχολογικού τραύματος. Τέλος τα παιδιά με ΕΓΔ παρουσιάζουν μεγάλη ποικιλομορφία στα συμπτώματα και δεν αποτελούν μια εξολοκλήρου ομοιογενή ομάδα.

Γενικά τα γλωσσικά προβλήματα που παρουσιάζουν τα παιδία με ΕΓΔ είναι τα εξής:

  1. Ο αριθμός των λέξεων που χρησιμοποιούν σε μία πρόταση είναι φανερά μικρότερος από αυτόν που χρησιμοποιούν φυσιολογικά αναπτυγμένα παιδιά της αντίστοιχης ηλικίας.
  2. Οι λεξικές τους ικανότητες διαφέρουν εξίσου. Παρουσιάζουν δυσκολία στην εύρεση της κατάλληλης λέξης με αποτέλεσμα συχνές παύσεις και χρήση μη ειδικών λέξεων (π.χ. «αυτό, τέτοιο»).
  3. Η συντακτική δομή που χρησιμοποιούν είναι ιδιαίτερα απλουστευμένη (με συχνές παραλείψεις συνδέσμων και αορίστων αντωνυμιών) .
  4. Ο λόγος τους υστερεί σε γραμματική επάρκεια. Η λανθασμένη χρήση των άρθρων, του πληθυντικού αριθμού, των ουσιαστικών και του αορίστου είναι συχνή.
  5. H φωνολογική ανάπτυξη των παιδιών αυτών είναι ίδια με αυτή παιδιών μικρότερης ηλικίας.
  6. Συχνά εμφανίζουν πραγματολογικές δυσκολίες, οι οποίες είναι λιγότερο σημαντικές.
  7. Η ηχολαλία εμφανίζεται μόνο σε σοβαρές περιπτώσεις.
  8. Δυσκολίες στην ανάγνωση συχνά συνυπάρχουν.
  9. Η κατανόηση του προφορικού λόγου δεν παρουσιάζει ιδιαίτερα προβλήματα ωστόσο αποκλίνει σε ένα βαθμό σε σχέση με τα φυσιολογικά παιδιά.


Έρευνες έχουν δείξει ότι παιδιά με ΕΓΔ αποτελούν ομάδα υψηλού κινδύνου για εμφάνιση δυσκολιών στη σχολική-ακαδημαϊκή επίδοση, κυρίως λόγω των έντονων δυσκολιών στην αναγνωστική ικανότητα (καθώς η τελευταία εξαρτάται από την αλληλεπίδραση των γλωσσικών δεξιοτήτων –γραμματική, σύνταξη, σημασιολογία και φωνολογικές δεξιότητες).

Η έγκαιρη λογοθεραπευτική παρέμβαση είναι σημαντική για την πρόληψη τυχόν μαθησιακών δυσκολιών. Ο ρόλος του λογοθεραπευτή είναι η εκτίμηση των γλωσσικών λειτουργιών και η δημιουργία κατάλληλου προγράμματος παρέμβασης ανάλογα με το επίπεδο στο οποίο εντοπίστηκε η δυσκολία (στο αρθρωτικό, φωνολογικό, γραμματικο-συντακτικό, μεταγλωσσικό ή/και σημασιολογικό). Η πρόγνωση για την έκβαση του προγράμματος παρέμβασης εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τον τύπο και τη σοβαρότητα των δυσκολιών. Σε μεγάλο βαθμό πολλές δυσκολίες ξεπερνιούνται.