Φωνολογικες και αρθρωτικες διαταραχες

Φωνολογική Διαταραχή


Πρόκειται για δυσκολία στην αντίληψη, επεξεργασία και οργάνωση των ήχων που απαρτίζουν το φωνολογικό σύστημα της μητρικής γλώσσας του ατόμου, με αποτέλεσμα τις περισσότερες φορές η ομιλία να είναι δυσκατάληπτη.

Για να προβούμε στη διάγνωση της διαταραχής αυτής θα πρέπει να απορρίψουμε την πιθανότητα ύπαρξης ανατομικού ή νευρολογικού προβλήματος. Θα πρέπει επίσης το άτομο να έχει επαρκείς δεξιότητες στοματοπροσωπικού ελέγχου (εκούσια και ακούσια). Συνεπώς οι δυσκολίες στην άρθρωση οφείλονται στην ανωριμότητα ή διαταραχή του φωνολογικού συστήματος.

Ένα παιδί με φωνολογική διαταραχή εμφανίζει τις παρακάτω φωνολογικές διεργασίες:

  1. Αντικαταστάσεις φωνημάτων (πχ. «φέλω» αντί για «θέλω»)
  2. Πτώση συλλαβής ή φωνήματος(πχ. «νάνα» αντί για «μπανάνα»)
  3. Πτώση τελικού συμφώνου (πχ. «μπαμπά» αντί για «μπαμπάς»)
  4. Απλοποιήσεις συμπλεγμάτων (πχ. «βιβίο» αντί για «βιβλίο»)
  5. Αναδιπλασιασμούς (πχ. «παπέλο» αντί για «καπέλο»)
  6. Εναρμονίσεις (πχ. «λουλούρι» αντί για «κουλούρι»)
  7. Μεταθέσεις και μετακινήσεις (πχ. «βλιβίο» αντί για «βιβλίο»)

Οι αιτίες που οδηγούν στις προαναφερόμενες δυσκολίες είναι οι παρακάτω:

  1. Κληρονομικότητα
  2. Μερική απώλεια ακοής (κυρίως κατά τη κρίσιμη περίοδο γλωσσικής και φωνολογικής ανάπτυξης) κυρίως εξαιτίας λοιμώξεων του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος (πχ. ωτίτιδες)
  3. Δυσκολία στην ακουστική αντίληψη, διάκριση και επεξεργασία των ήχων μεταξύ τους (κυρίως αυτών που μοιάζουν)
  4. Δυσκολία στην αντίληψη και οργάνωση του χρόνου
  5. Συναισθηματική ανωριμότητα
  6. Εναρμονίσεις (πχ. «λουλούρι» αντί για «κουλούρι»)
  7. Ελλιπή ερεθίσματα από το άμεσο περιβάλλον του παιδιού


Έρευνες έχουν δείξει ότι παιδιά που εμφάνιζαν φωνολογικά ελλείμματα στη προσχολική ηλικία αντιμετώπισαν δυσκολίες στη μετέπειτα σχολική τους επίδοση (γραφο-αναγνωστικές δυσκολίες, δυσκολίες στην ορθογραφία).

Η Λογοθεραπευτική παρέμβαση στοχεύει αρχικά στην αξιολόγηση και εκτίμηση των φωνολογικών ελλειμμάτων και εν συνεχεία στην ενίσχυση τόσο της ικανότητας φωνολογικής επεξεργασίας όσο και στην αύξηση φωνημικής επίγνωσης. Σημειώνεται ότι η πρώιμη παρέμβαση (προσχολική ηλικία) μπορεί να οδηγήσει σε πλήρη αποκατάσταση των δυσκολιών που εμφανίζει το παιδί μειώνοντας συντριπτικά τις πιθανότητες εμφάνισης δυσκολιών στην σχολική επίδοση του παιδιού.



(Εξελικτική) Διαταραχή Άρθρωσης


Η διαταραχή της άρθρωσης κυμαίνεται από σοβαρή (δυσαρθρία) έως ήπια (εξελικτική διαταραχή άρθρωσης).

Μιλώντας λοιπόν για Εξελικτική Διαταραχή Άρθρωσης αναφερόμαστε στην λανθασμένη ή αλλοιωμένη παραγωγή των ήχων η οποία δεν δικαιολογείται σύμφωνα με την ηλικία του παιδιού.

Η αιτία της δυσκολίας στην άρθρωση οφείλεται είτε σε οργανικά αίτια (αδυναμία στον έλεγχο ή στην δομή των οργάνων των αρθρωτών: χείλη, γλώσσα, δόντια, υπερώα, φάρυγγα) είτε σε λειτουργικά αίτια (λανθασμένος τρόπος και τόπος άρθρωσης). Οπωσδήποτε όμως οι δυσκολίες αυτές δεν οφείλονται σε διάχυτη εξελικτική διαταραχή, σε νευρολογική ή ακουστική βλάβη ή σε νοητική υστέρηση.

Συχνά οργανικά αίτια αποτελούν τα παρακάτω:

  1. Υπερπλασίες γλώσσας
  2. Κοντό χαλινό της γλώσσας
  3. Ελλείψεις δοντιών
  4. Κακή σύγκλιση δοντιών
  5. Υπερωοσχιστίες κ.α.

Ένα παιδί ή ένας ενήλικας με διαταραχή άρθρωσης μπορεί να παρουσιάσει τις παρακάτω δυσκολίες:

  1. Αντικατάσταση φωνημάτων (πχ. «σέλω» αντί για «θέλω»)
  2. Πτώση φωνημάτων ή συλλαβών (πχ. «μπάα» αντί για «μπάλα» και «καμέλα» αντί για «καραμέλα»)
  3. Απλοποιήσεις συμπλεγμάτων (π.χ. «κεβάτι» αντί για «κρεβάτι»)
  4. Αλλοιωμένη εκφορά φωνημάτων (π.χ. προσεγγιστική άρθρωση του ήχου /ρ/ που ακούγεται σαν /γι/, ή πλάγιος σιγματισμός του ήχου /σ/ με αποτέλεσμα να ακούγεται ενδιάμεση ποιότητα-συνδυασμός /σ/ και /χι/)

Η λογοθεραπευτική παρέμβαση έχει ως στόχο την διάγνωση της δυσκολίας, την εξέταση του στοματοπροσωπικού ελέγχου και την αποκατάσταση της όποιας δυσκολίας. Ο λογοθεραπευτής εκπαιδεύει κάθε φορά το άτομο ώστε να επιτευχθεί η σωστή άρθρωση του εκάστοτε φωνήματος-φθόγγου και εν συνεχεία να γενικευτεί η χρήση του στον συνεχόμενο αυθόρμητο λόγο.





Δυσαρθρία


Προκειμένου να παραχθεί καθαρή και καταληπτή η ομιλία μας απαραίτητη είναι η συνεργασία και ο συντονισμός των υποσυστημάτων της αναπνοής, της φώνησης, της αντήχηση, της άρθρωσης και της προσωδίας. Δυσαρθρία λοιπόν είναι η διαταραχή της ομιλίας που οφείλεται είτε σε αδυναμία είτε σε κακό συντονισμό των προαναφερθέντων υποσυστημάτων. Ως αποτέλεσμα η ομιλία γίνεται αργή, αδύναμη, ανακριβής, ακατάλληλα συγχρονισμένη, ανάλογα με τον τύπο της δυσαρθρίας κάθε φορά. Μπορεί να εμφανιστεί τόσο σε παιδιά όσο και ενήλικες και οι αιτίες ως επί το πλείστον είναι επίκτητες (πχ. τραύματα, κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις, νεοπλασίες κ.α.). Για τα παιδιά η αιτιολογία μπορεί να είναι είτε συγγενής είτε επίκτητη με συχνότερη την εγκεφαλική παράλυση.

Η λογοθεραπευτική παρέμβαση στοχεύει στη βελτίωση της αποδοτικότητας και στον κατάλληλο συντονισμό των υποσυστημάτων της ομιλίας. Σε σοβαρές περιπτώσεις στοχεύει στην εκπαίδευση τεχνικών αντιστάθμισης της ομιλίας ή και σε εναλλακτικό τρόπο επικοινωνίας. Σε κάθε περίπτωση στόχος είναι η βελτίωση της ποιότητας ζωής του ατόμου.